TERECoP
 
Μέγεθος χαρακτήρων
Βρίσκεσθε εδώ: TERECoP>Κύρια Σελίδα>Γενική θεώρηση
εκπαιδευτική ρομποτική: η θεωρητική έμπνευση...
Το πρόγραμμά TERECoP εντάσσεται στην εκπαιδευτική ρομποτική και εμπνέεται από:

  • τις κονστρακτιβιστικές (constructivist) θεωρίες του Jean Piaget, ο οποίος υποστηρίζει ότι η μάθηση στον άνθρωπο δεν είναι αποτέλεσμα μετάδοσης της γνώσης, αλλά μια ενεργητική διαδικασία κατασκευής της γνώσης που βασίζεται στις εμπειρίες που αποκομίζονται από τον πραγματικό κόσμο και συνδέεται με την προσωπική, μοναδική στον καθένα, προγενέστερη γνώση. (Piaget, 1972)
  • την κονστρακσιονιστική (constructionist) εκπαιδευτική φιλοσοφία του S. Papert που προσθέτει ότι η απόκτηση νέας γνώσης συντελείται πιο αποτελεσματικά όταν αυτοί που μαθαίνουν ασχολούνται με την κατασκευή προϊόντων που έχουν προσωπικό νόημα για αυτούς. Ο κονστρακσιονισμός (constructionism) (Papert, 1972) αποτελεί τη φυσική επέκταση του κονστρακτιβισμού (constructivism) και τονίζει την κατασκευαστική - χειρωνακτική (hands-on) πλευρά. Οι μαθητές σε ένα δημιουργικό περιβάλλον κατασκευάζουν κάτι μόνοι τους, κατά προτίμηση ένα χειροπιαστό αντικείμενο, ένα αντικείμενο που μπορούν να αγγίξουν αλλά και να θεωρήσουν ουσιώδες. Ο στόχος του κονστρακsιονισμού είναι να δώσει στα παιδιά κατάλληλα πράγματα να κάνουν έτσι ώστε να μάθουν στην πράξη με αποτελεσματικότερο τρόπο από ό, τι πριν (Papert, 1980).

Σ' αυτό το θεωρητικό πλαίσιο υιοθετείται μια κοινωνικο-εποικοδομητική (social-constructivist) άποψη όπου η μάθηση δεν είναι εξατομικευμένη αλλά αποτελεί κοινωνική και κοινωνικοποιημένη δραστηριότητα, δηλαδή η μάθηση λαμβάνει χώρα σ' ένα κοινωνικό περίγυρο. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο η χρήση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας θα συνεισέφερε στην πραγματοποίηση:

  • μάθησης με νόημα (meaningful) για τους μαθητές με τη χρήση μαθησιακών πόρων από την πραγματική ζωή, επαγγελματικές περιστάσεις ή προσομοιώσεις καθημερινών φαινομένων
  • κοινωνικής μάθησης εφόσον τα διαθέσιμα διαδικτυακά μαθησιακά περιβάλλοντα υποστηρίζουν τη συνεργασία και την από κοινού εξέλιξη της γνώσης μεταξύ μαθητών που μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικά σχολεία, στην ίδια χώρα ή στο εξωτερικό
  • ενεργητικής μάθησης (active learning), υπό την έννοια ότι οι μαθητές θα εργάζονται σε πειράματα ή επιλύσεις προβλημάτων χρησιμοποιώντας επιλεκτικά τους διαθέσιμους πόρους σύμφωνα με τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, έρευνες και μαθησιακές στρατηγικές
  • μάθησης που στηρίζεται στην επίλυση προβλημάτων (problem solving), μια μέθοδο που προκαλεί τους μαθητές να μάθουν πώς να μαθαίνουν. Οι μαθητές σε ομάδες αναζητούν λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, βασισμένα σ' ένα τεχνολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται για να εξάψει την περιέργειά τους και να τους προσδώσει κίνητρο, οδηγώντας έτσι στην κριτική και αναλυτική σκέψη.

Έτσι, μια πρώτη θεωρητική βάση αυτού του προγράμματος αφορά στην εφαρμογή κονστρακτιβιστικών και κονστραξιονιστικών μεθόδων όχι μόνο στη σχολική τάξη αλλά και στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Μια δεύτερη θεωρητική βάση αφορά στην εκμάθηση με αξιοποίηση της κατάλληλης τεχνολογίας στην εφαρμογή διαφόρων καινοτομιών στη διδασκόμενη ύλη στη σχολική τάξη. Μια τρίτη σχετίζεται με την αναδυόμενη ανάγκη για τη διδασκαλία σαν επάγγελμα βασισμένο στην έρευνα και στην ανάπτυξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι ερευνητές και οι δάσκαλοι δημιουργούν ένα κοινό σώμα γνώσης.

Η επιστημονική και τεχνολογική έρευνα στην εκπαίδευση κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη μαθησιακών στρατηγικών και υλικού, όπως μαθησιακά περιβάλλοντα βασισμένα στους υπολογιστές, και εργαστηριακά εργαλεία βασισμένα στους μικρο-υπολογιστές, τα οποία επιχειρούν να απαντήσουν στις ανάγκες των μαθητών και να επιλύσουν τις μαθησιακές τους δυσκολίες. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις μέρες μας στις δραστηριότητες που στηρίζονται σε προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή. Τέτοιου είδους προσομοιώσεις θεωρούνται πολύτιμα μαθησιακά εργαλεία πού συνεισφέρουν στη βελτίωση της διαδικασίας μάθησης και στην ανάπτυξη της σκέψης του μαθητή. Παίρνοντας υπ' όψη ότι οι μαθητές κατανοούν καλύτερα όταν εκφράζονται μέσα από την δημιουργία και την ανακάλυψη (Piaget, 1974), απαιτείται οι δάσκαλοι να παρέχουν στους μαθητές τη δυνατότητα να σχεδιάσουν, να κατασκευάσουν και να προγραμματίσουν τις δικές τους προσομοιώσεις. Ο προγραμματισμός σαν γενικό μαθησιακό περιβάλλον κατασκευής προσομοιώσεων και εργαλείων έχει αποδειχτεί ότι υποστηρίζει τη δημιουργική μάθηση σε όλο το φάσμα της διδασκόμενης ύλης (Papert, 1992). Τα ρομπότ LEGO, προϊόν της γλώσσας προγραμματισμού LOGO του Papert που δημιουργήθηκε στα 1960, συνδυάζει την τεχνολογία με τις ιδέες του κοστρακσιονισμού (constuctionism).

Σ' αυτό το πλαίσιο, έχουν τελευταία προταθεί προγραμματιζόμενες ρομποτικές κατασκευές οι οποίες υπόσχονται να βελτιώσουν τη μαθησιακή αντίληψη των μαθητών στον τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Το σύστημα Lego Mindstorms (http://www.legomindstorms.com) αποτελεί ένα ευέλικτο μέσο δημιουργικής μάθησης που παρέχει ευκαιρίες για σχεδιασμό και κατασκευές σε μικρό χρονικό διάστημα και με μικρό προϋπολογισμό. Αποτελείται από κατασκευαστικά υλικά, όπως συμμετρικούς κυβόλιθους, μηχανισμούς μετάδοσης κίνησης, τροχαλίες και άξονες. Το λογισμικό Robolab (http://www.ceeo.tufts.edu/) παρέχει ένα απλό γραφικό περιβάλλον για τον προγραμματισμό συμπεριφοράς των ρομπότ LEGO. Οι κατασκευές αυτές δίνουν τη δυνατότητα διεξαγωγής νέων τύπων επιστημονικών πειραμάτων με τα οποία οι μαθητές ερευνούν καθημερινά φαινόμενα της ζωής τους εντός και εκτός της σχολικής αίθουσας.

Βιβλιογραφία

  • Papert, S. (1980). Mindstorms: Children, Computers, and Powerful Ideas. N.Y.: Basic Books
  • Papert, S. (1992). The Children's Machine. N.Y.: Basic Books.
  • Piaget, J. (1972). The Principles of Genetic Epistemology. N. Y.: Basic Books.
  • Piaget, J. (1974), To understand is to invent. N.Y.: Basic Books.